delighted

 /dɪˈlaɪtɪd/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
delighted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (happy)ευχαριστημένος, κατευχαριστημένος μτχ.
Σχόλιο: μετοχές παθητικού παρακειμένου
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'delighted' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση delighted στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'delighted'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης