delighted

Listen:
 /dɪˈlaɪtɪd/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
delighted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (happy)χαίρομαι, ενθουσιάζομαι, τρελαίνομαι ρ αμ
  πολύ χαρούμενος, πολύ ευτυχισμένος περίφρ
  (πιο έντονα συναισθήματα)ενθουσιασμένος μτχ πρκ
  (λόγιος)πανευτυχής, περιχαρής επίθ
Σχόλιο: Τα ρήματα «ενθουσιάζομαι» και «τρελαίνομαι» εκφράζουν μεγαλύτερη χαρά, ενθουσιασμό. Η λέξη «τρελαίνομαι» χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη και μεταφορικά.
 Edward was delighted to see his old friend. I am absolutely delighted with the present you gave me.
 Ο Έντουαρντ χάρηκε πολύ που είδε τον παλιό του φίλο. Είμαι ενθουσιασμένος με το δώρο που μου πήρες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'delighted' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση delighted στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'delighted'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης