delightfully

 /dɪˈlaɪtfəlɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
delightfully advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in a delightful way)απολαυστικά, ευχάριστα, ωραία επίρ
 The decor in the room was delightfully colorful.
delightfully advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (very, pleasantly)απολαυστικά, ευχάριστα, ωραία επίρ
 The ice cream was delightfully cool and refreshing.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'delightfully' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση delightfully στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'delightfully'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: task | reek

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.