delinquency

Listen:
 [dɪˈlɪŋkwənsi]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
delinquency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (neglect, negligence)ακηδία, αμέλεια, ασυνέπεια, παράλειψη ουσ θηλ
delinquency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (youth: bad behaviour) (νεανική)αντικοινωνική συμπεριφορά ουσ θηλ
 She was picked up for delinquency when she was 14.
delinquency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bills due) (για λογαριασμούς)εκκρεμούσα οφειλή, καθυστέρηση πληρωμής, υπερημερία ουσ θηλ
 We received a notice of delinquency on the mortgage.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
delinquency rate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: number of debts)ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων περιφρ
  ποσοστό επισφαλών δανείων περίφρ
  (καθομιλουμένη, μτφ)ποσοστό κόκκινων δανείων περίφρ
 An increasing delinquency rate means that more borrowers are falling behind in their payments.
juvenile delinquency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crime or offence committed by a youth)νεανική παραβατικότητα έκφρ
 Juvenile delinquency has fallen slightly since they introduced the Anti-Social Behaviour Order.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση delinquency στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'delinquency'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης