WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deliriously advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (with much excitement)με άκρατο ενθουσιασμό περίφρ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deliriously advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (not mentally capable due to fever)σε παραλήρημα περίφρ
  παραληρώντας μτχ ενεστ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση deliriously στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'deliriously'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: party | tap

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης