derogate

 /ˈdɛrəˌɡeɪt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
derogate [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (disparage, denigrate)υποτιμώ, υποβιβάζω, μειώνω ρ μ
  (υπόληψη)προσβάλλω, θίγω ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση derogate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'derogate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: clever | creep

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.