despise

Listen:
 [dɪˈspaɪz]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
despise [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hate, have contempt for)απεχθάνομαι ρ μ
  σιχαίνομαι, μισώ ρ μ
 I despise hypocrisy.
 Απεχθάνομαι την υποκρισία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'despise' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: despise [violence, jealousy, racism], I (really) despise [people who, liars, con artists, politicians, criminals], despise the [world, country, notion, idea, man, way], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση despise στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'despise'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης