distress

 /dɪsˈtres/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
distress nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mental suffering or anxiety) (πνευματικό)δυσφορία, αγωνία, ανησυχία, υπερένταση ουσ.θηλ.
distress [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (upset, cause to suffer) (πνευματικό)θλίβω, στενοχωρώ, ανησυχώ ρ.μετ.
  (καθομιλουμένη)ταλανίζω, βασανίζω ρ.μετ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
distress nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medical: malfunction) (ιατρικό)εξάντληση, κόπωση, δυσφορία ουσ.θηλ.
distress [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (artificially wear or age: furniture) (νομικό)κατάσχω ρ.μετ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
distress call nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (signal indicating need for urgent help)σήμα κινδύνου έκφρ.
 Making a false distress call is a criminal act in many countries.
distress signal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (signal indicating need for urgent help)σήμα κινδύνου έκφρ.
 'Mayday' is an emergency code word used internationally as a distress signal.
in distress adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: upset)αναστατωμένος,θλιμένος επίθ.
 She's in distress because she had an argument with her boyfriend.
in distress adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (ship, etc.: in need of assistance)σε κατάσταση κινδύνου έκφρ.
 The lifeboat crew set off in the storm to help the ship in distress.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'distress' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση distress στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'distress'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης