Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


doctor:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

doctor: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
doctorn (medical professional) προσφώνησηδόκτωρ ουσ.αρ.
 ιδιότηταγιατρός ουσ.αρ.
Doctor Jones is a thoracic surgeon.
Ο Δόκτωρ Τζόουνς είναι θωρακοχειρουργός.
* Ο πατέρας μου είναι γιατρός.
doctorn (holder of a doctoral degree) προσφώνησηδόκτωρ ουσ.αρ.
 ιδιότηταδιδάκτωρ, δόκτορας ουσ.αρ.
Dr. Molineu has a PhD in political science.
Ο Δρ. Μολινέ έχει διδακτορικό στην πολιτική επιστήμη.
* Ο πατέρας μου είναι διδάκτωρ (or: δόκτορας) της Πολιτικής Επιστήμης.
doctorvtr (falsify)παραποιώ ρ.μετ.
 καθομιλουμένημαγειρεύω ρ.μετ.
The defendant was accused of doctoring the evidence before the police took it away.
Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε ότι παραποίησε τα στοιχεία πριν τα παραλάβει η αστυνομία.
* Τον κατηγόρησαν ότι δωροδοκήθηκε και μαγείρεψε τα στοιχεία.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "doctor".

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'doctor' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'doctor'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


* This dictionary is new and incomplete. Many entries are still being reviewed by experts.
You will see a gradual improvement over the next few months in both quality and depth.

Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad