doleful

 /ˈdəʊlfʊl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
doleful adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sad, sorrowful)λυπημένος, στενοχωρημένος, θλιμμένος μτχ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση doleful στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'doleful'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης