doleful

 /ˈdəʊlfʊl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
doleful adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sad, sorrowful)λυπημένος, στενοχωρημένος, θλιμμένος μτχ.
 The dog looked doleful after his owner shouted at him.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση doleful στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'doleful'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: desk | mount

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.