dolly

Listen:
 /ˈdɒlɪ/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
dolly nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (child's doll) (ανεπίσημο)κουκλίτσα ουσ θηλ
  κουκλάκι ουσ ουδ
 Put your dolly to bed, and then it's your bedtime.
dolly nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cinema: platform on wheels)(τροχήλατη) πλατφόρμα ουσ θηλ
 The director used a dolly for the actors' stroll along the platform.
dolly nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (trailer)ρυμούλκα ουσ θηλ
 A dolly attaches to a truck and is used to tow another vehicle.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dolly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dolly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης