dolomite

 /ˈdɒləˌmaɪt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
dolomite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mineral rock)δολομίτης ουσ αρσ
 The park is famous for its outcroppings of dolomite.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
In Lists: Rocks, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dolomite στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dolomite'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.