douche

Listen:
 [duːʃ]


Σε αυτή τη σελίδα: douche, douchebag
Ο όρος 'douche' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'douchebag'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
douche nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (feminine cleansing device) (κολπική πλύση)κλύσμα ουσ ουδ
  κλυστήρας ουσ αρσ
Σχόλιο: επίσης κλίσμα
 Contraceptive douches are not always reliable.
douche viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (cleanse with a douche)κάνω ντους περίφρ
 Her doctor recommended that she douche regularly.
 Ο γιατρός της συνέστησε να κάνει ντους τακτικά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
douchebag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device: cleanses vagina)εργαλείο για κολπική πλύση περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
douche | douchebag
ΑγγλικάΕλληνικά
douchebag,
douche
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, slang, figurative, pejorative, vulgar (person: unpleasant) (καθομιλουμένη, υβριστικό)μαλάκας, καριόλης, κόπανος ουσ αρσ
  (αργκό, χυδαίο)μουνόπανο ουσ ουδ
 After his obnoxious behavior at the party, everyone thought Matt was a douchebag.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'douche' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [clean, cleanse] with a douche, douche with [water, vinegar], informal, derogatory: is such a douche!, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση douche στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'douche'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fake | sly

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης