dozen

SpeakerListen:
 /ˈdʌzn/


WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
dozen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (twelve)δώδεκα επίθ
  δωδεκάδα ουσ θηλ
  (παλαιό, ανεπίσημο)ντουζίνα ουσ θηλ
  (κατά προσέγγιση)δωδεκαριά ουσ θηλ
 The old lady had lots of cats; I'd say she had at least a dozen.
dozen adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (twelve)δώδεκα επίθ
  δωδεκάδα ουσ θηλ
  (παλαιό, ανεπίσημο)ντουζίνα ουσ θηλ
  (κατά προσέγγιση)δωδεκαριά ουσ θηλ
 If you're going to the shop, could you get me a dozen eggs?
 
Επιπλέον μεταφράσεις
dozens nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." figurative (lots) (μεταφορικά)δεκάδες ουσ θηλ πλ
 There were dozens of birds on the garden; too many to count.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
a dime a dozen adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, informal (common)με το τσουβάλι, του σωρού εκφρ
 In Hollywood, aspiring young actresses are a dime a dozen.
 Στο Χόλιγουντ, οι φιλόδοξοι νέοι ηθοποιοί βρίσκονται με το τσουβάλι.
a dozen or so adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (around 12)περίπου μία ντουζίνα επίθ
 Can you please bring me back a dozen or so eggs from the grocery store?
 Μπορείς να μου φέρεις περίπου μια ντουζίνα αυγά από το κατάστημα;
baker's dozen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thirteen)δεκατρία ουσ.
 The bakery sells its fresh doughnuts by the baker's dozen.
by the dozen advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (12 at a time)με τις ντουζίνες επίρ
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 Usually, I buy cookies by the dozen so I can share them with my friends.
half a dozen,
half-a-dozen
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(six)έξι επίθ
  εξάδα ουσ θηλ
  (σπάνιο)μισή ντουζίνα επίθ + ουσ θηλ
 The price for half a dozen buns is three dollars; it is five dollars for a dozen.
two dozen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (twenty-four, 24)δύο ντουζίνες ουσ θηλ πλ
two dozen adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (twenty-four, 24: of [sth])δύο ντουζίνες επίθ
 There are two dozen hours in one day but we usually say twenty-four.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dozen στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dozen'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης