dozen

 /ˈdʌzn/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
dozen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (twelve)δωδεκάδα ουσ.θηλ.
  (καθομιλουμένη)ντουζίνα ουσ.θηλ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
dozen adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (twelve)δωδεκάδα ουσ.θηλ.
  (καθομιλουμένη)ντουζίνα ουσ.θηλ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
a dime a dozen adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, informal (common)με το τσουβάλι, του σωρού εκφρ
 In Hollywood, aspiring young actresses are a dime a dozen.
 Στο Χόλιγουντ, οι φιλόδοξοι νέοι ηθοποιοί βρίσκονται με το τσουβάλι.
a dozen or so adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (around 12)περίπου μία ντουζίνα επίθ.
 Can you please bring me back a dozen or so eggs from the grocery store?
 Μπορείς να μου φέρεις περίπου μια ντουζίνα αυγά από το κατάστημα;
baker's dozen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thirteen)δεκατρία ουσ.
 The bakery sells its fresh doughnuts by the baker's dozen.
by the dozen advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (12 at a time)με τις ντουζίνες επίρ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 Usually, I buy cookies by the dozen so I can share them with my friends.
half a dozen,
half-a-dozen
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(six)έξι επίθ
  (σπάνιο)μισή ντουζίνα επίθ + ουσ θηλ
 The price for half a dozen buns is three dollars; it is five dollars for a dozen.
two dozen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (twenty-four, 24)δύο ντουζίνες ουσ.θηλ.πλ.
two dozen adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (twenty-four, 24: of [sth])δύο ντουζίνες επίθ.
 There are two dozen hours in one day but we usually say twenty-four.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dozen στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dozen'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης