dreams



WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
dream viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (have a dream)βλέπω όνειρο περίφρ
  ονειρεύομαι ρ αμ
  (κάποιον/κάτι)ονειρεύομαι ρ μ
  (κάποιον/κάτι)βλέπω στον ύπνο μου περίφρ
 I've been dreaming a lot lately.
 Βλέπω πολλά όνειρα τελευταία.
 Ονειρεύομαι συχνά τελευταία.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ονειρεύτηκα τη γιαγιά μου προχθές.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Είδα στον ύπνο μου τη γιαγιά μου προχθές.
dream that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (imagine while asleep) (ότι/πως)ονειρεύομαι ρ μ
  βλέπω στον ύπνο μου περίφρ
 I dreamed that you would come.
dream of [sth],
dream about [sth]
vi + prep
(daydream) (το μέλλον)ονειρεύομαι ρ αμ
  (το παρελθόν)αναπολώ ρ μ
 All day long, she dreamed of their honeymoon.
 Ονειρευόταν το μήνα του μέλιτος όλη μέρα.
dream of [sth],
dream about [sth]
vi + prep
(fantasize)ονειρεύομαι ρ μ
 She dreams about becoming an astronaut.
 Ονειρεύεται να γίνει αστροναύτισσα.
dream of doing [sth] vi + prep figurative (aspire) (να κάνω κάτι)ονειρεύομαι, εύχομαι ρ μ
 Many teenagers dream of becoming pop stars, but few have the talent to make it happen.
 Πολλοί έφηβοι ονειρεύονται (or: εύχονται) να γίνουν αστέρια της ποπ μουσικής, λίγοι όμως έχουν το ταλέντο να τα καταφέρουν.
dream of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (conceive) (να κάνω κάτι)διανοούμαι ρ μ
  μου περνάει από το μυαλό έκφρ
 They wouldn't dream of going to Paris without seeing Michel!
dream nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sleep images)όνειρο ουσ ουδ
 I had a funny dream last night.
 Είδα ένα περίεργο όνειρο χθες το βράδυ.
dream nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (daydream, reverie)ονειροπόληση ουσ θηλ
  (μεταφορικά)κόσμος ουσ αρσ
  (λόγιος)όνειρο ουσ ουδ
 He spends all day in his own dreams.
dream nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (hope) (μεταφορικά)ονειρεύομαι ρ μ
  εύχομαι ρ μ
 I have a dream that one day we will all live in peace.
 Ονειρεύομαι ότι μια μέρα θα ζούμε όλοι ειρηνικά.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
dream nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sb], [sth] beautiful) (μτφ: όμορφος, ωραίος)όνειρο ουσ ουδ ως επίθ
  ζωγραφιά ουσ θηλ ως επίθ
 His new sportscar is a dream!
 Το καινούριο του αμάξι είναι ένα όνειρο!
dream nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fantasy, wish)όνειρο ουσ ουδ
  (συνήθως ανέφικτο)φαντασίωση ουσ θηλ
 His silly dreams will never become reality.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
interpretation of dreams nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (analysis of the meaning of dreams)ερμηνεία των ονείρων έκφρ
 Sigmund Freud was a psychoanalyst who pioneered the interpretation of dreams.
sweet dreams interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (sleep well)όνειρα γλυκά έκφρ
wildest dreams nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." informal (most fantastical imaginings or wishes)πιο τρελά όνειρα ουσ ουδ πλ
 Even in my wildest dreams I would never have believed him capable of murder. Winning the Nobel Prize was beyond even his wildest dreams.
 Ακόμη και στα πιο τρελά μου όνειρα δε θα είχα πιστέψει ότι είναι ικανός για φόνο. Να κερδίσει το βραβείο Νόμπελ ήταν πέρα και από τα πιο τρελά του όνειρα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'dreams' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dreams στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dreams'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: clever | creep

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.