drill

 /drɪl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tool: bores holes) (εργαλείο)τρυπάνι, γεωτρύπανο ουσ ουδ
 Linda is putting up some shelves this weekend, so she'll need her drill.
drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (training exercise)εκγύμναση, εκπαίδευση, εξάσκηση ουσ θηλ
  (στρατιωτικό)στρατιωτικά γυμνάσια ουσ ουδ πλ
 The soldiers spent the afternoon doing drills.
drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, slang (routine, procedure)ρουτίνα ουσ θηλ
drill [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bore: a hole) (με τρυπάνι)ανοίγω οπή, ανοίγω τρύπα έκφρ
  τρυπάω ρ μ
 James drilled a hole for the screw to go in.
drill [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (train)γυμνάζομαι, εξασκούμαι, εκπαιδεύομαι ρ αμ
 The sergeant is drilling the new recruits.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
driller,
drill
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(machine that drills holes)τρυπάνι ουσ ουδ
  δράπανο ουσ ουδ
  (τρύπες στη γη)γεωτρύπανο ουσ ουδ
driller nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person who drills)αυτός που ανοίγει τρύπες
  (ζαργκόν)τρυπανιστής, πιστολαδόρος ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
drill | driller
core drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tool: bores holes)δράπανο για λήψη πυρήνα περίφρ
  (ζαργκόν)καροτιέρα ουσ θηλ
 We were able to extract mineral samples using a core drill.
drill bit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tool: bores holes)τρυπάνι ουσ ουδ
 If your drill bit is not sharp, it will take longer to make the hole.
drill instructor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military officer who drills recruits) (στρατός)λοχίας εκπαιδευτής ουσ αρσ
 The drill instructor was shouting orders at the recruits.
drill sergeant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military officer who drills recruits) (στρατός)λοχίας εκπαιδευτής ουσ αρσ
 The job of the drill sergeant was to job was to create soldiers out of boys.
electric drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (power tool for making holes)ηλεκτρικό τρυπάνι ουσ ουδ
fire drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (evacuation procedure)πυροσβεστική άσκηση ουσ θηλ
 We had a fire drill at the office today.
impact drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (power tool: bores holes)κρουστικό δράπανο επίθ + ουσ ουδ
 An impact drill is a useful tool for drilling holes in masonry.
power drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrically-operated tool for making holes)ηλεκτρικό τρυπάνι ουσ ουδ
 A power drill is much more efficient than a hand drill. It's not a bad idea to wear goggles whenever you're working with tools like power drills.
 Δεν είναι κακή ιδέα να φοράμε προστατευτικά γυαλιά κάθε φορά που χρησιμοποιούμε εργαλεία όπως το ηλεκτρικό τρυπάνι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'drill' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση drill στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'drill'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης