drive

Listen:
 [ˈdraɪv]


Του ρήματος: "to drive"

Απλός αόριστος: drove
Παθητική μετοχή: driven

WordReference English-Greek Dictionary © 2018:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drive viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (operate a vehicle)οδηγώ ρ αμ
 I can't drive yet. I'm only 15.
 Δεν μπορώ να οδηγήσω ακόμα. Είμαι μόνο 15 χρονών.
drive [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (vehicle: operate)οδηγώ ρ μ
 Would you like to drive my new car?
 Θέλεις να οδηγήσεις το καινούριο μου αυτοκίνητο;
drive [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (passenger: transport) (μεταφέρω)πηγαίνω ρ μ
  (μεταφορικά: καθομιλουμένη, προφορικό)πετάω ρ μ
 I'll be late to the show unless you can drive me.
 Μπορείς να με πας μέχρι τον σταθμό;
 Μπορείς να με πετάξεις μέχρι τον σταθμό;
drive [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cause movement)κινώ ρ μ
 Wind drives the fan and creates electricity.
 Ο αέρας κινεί την ανεμογεννήτρια, και έτσι παράγεται ηλεκτρισμός.
drive [sb] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (passenger: transport) (καθομιλουμένη)πηγαίνω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
  μεταφέρω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
 Could you drive me to the station?
 Θα μπορούσες να με πας στο σταθμό;
drive [sb] to [sth] vtr + prep figurative (compel, cause) (σε κάτι)οδηγώ ρ μ
  ωθώ ρ μ
 The addiction drove him to a life of crime and misery.
 Η εξάρτηση τον οδήγησε σε μια ζωή εγκλήματος και μιζέριας.
drive [sb] to do [sth] vtr + prep figurative (compel, cause)δίνω κίνητρο σε κπ να κάνει κτ περίφρ
  ωθώ κπ να κάνει κτ, κινητοποιώ κπ να κάνει κτ περίφρ
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)σπρώχνω κπ να κάνει κτ περίφρ
 The desire to make her parents proud is what drives her to succeed.
 Η επιθυμία να κάνει τους γονείς της περήφανους είναι αυτό που της δίνει κίνητρο για να πετύχει.
drive [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (push, power)δίνω ώθηση σε κτ περίφρ
 Spending drives the economy.
 Οι δαπάνες δίνουν ώθηση στην οικονομία.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (part of machine) (σε γενική: σύστημα)κίνησης ουσ ως επίθ
 There's a problem in the drive train.
drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (journey by car) (πράξη)οδήγηση ουσ θηλ
  (πορεία)διαδρομή ουσ θηλ
  ταξίδι ουσ ουδ
 The drive was really tiring.
 Η οδήγηση ήταν πολύ κουραστική.
 Η διαδρομή ήταν πολύ κουραστική.
 Το ταξίδι ήταν πολύ κουραστικό.
drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pleasure trip)βόλτα με το αυτοκίνητο περίφρ
  (καθομιλουμένη)αυτοκινητάδα, αμαξάδα ουσ θηλ
 Let's go for a drive in the country.
drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (push)θέληση, επιμονή ουσ θηλ
  δυναμισμός ουσ ουδ
 His drive to succeed led him into business.
 Η θέληση του να επιτύχει τον οδήγησε στο χώρο των επιχειρήσεων.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Έχει τον απαιτούμενο δυναμισμό, για να επιτύχει στον καλλιτεχνικό χώρο;
drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] driven: animals, cargo)φορτίο ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The whole drive of cattle fell ill and nearly died en route.
drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (psychology: urge) (πολύ έντονη επιθυμία)ορμή ουσ θηλ
  παρόρμηση ουσ θηλ
 He has difficulty controlling his drives.
drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (forward course)κούρσα ουσ θηλ
 They somehow found the energy for a final drive for the finish line.
drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military thrust)επίθεση ουσ θηλ
 The army's drive into enemy territory was a great success.
drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (charity)εκστρατεία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)κίνηση ουσ θηλ
 The spring fund-raising drive was very successful.
drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (energy)ενέργεια, ενεργητικότητα ουσ θηλ
  (μεταφορικά)διάθεση, όρεξη ουσ θηλ
 She's got a lot of drive and that motivates everyone.
drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (machinery)σύστημα μετάδοσης κίνησης περίφρ
 The belt drive is poorly designed.
drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (automobiles) (κιβώτιο ταχυτήτων)drive ουσ ουδ άκλ
 Move the car from neutral to drive and release the brakes.
drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sports: hitting)βολή ουσ θηλ
 Her drive sent the ball right past her opponent.
drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computing)οδηγός ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)ντράιβ, drive ουσ ουδ ακλ
 Insert the CD into the drive.
Drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (road name) (σε διεύθυνση)οδός ουσ ουδ
 Jane's address is 65 Poplar Drive.
drive,
driveway
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(private road) (κατά λέξη)ιδιωτικός δρόμος επίθ + ουσ αρσ
  (κατά λέξη)ιδιωτική οδός επίθ + ουσ θηλ
  δρόμος ουσ αρσ
  οδός ουσ θηλ
 An expensive-looking sports car turned into the drive.
drive [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (motivate)δίνω κίνητρο σε κπ να κάνει κτ περίφρ
  ωθώ κπ να κάνει κτ περίφρ
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)σπρώχνω κπ να κάνει κτ περίφρ
 What drives her to succeed is a desire to make her parents proud.
drive viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be impelled)παρασύρομαι ρ αμ
 The yacht drove before the strong wind.
drive viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (go forward vigorously) (με ορμή, ταχύτητα)προχωράω ρ αμ
 The storm drove onwards, gathering strength.
drive viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (travel by vehicle)πάω με αυτοκίνητο, παίρνω το αυτοκίνητο περίφρ
 Shall we drive or take the train?
drive viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sports: hit or kick)χτυπάω ρ αμ
 In golf, I find driving easier than putting.
drive [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sport: hit, kick)στέλνω ρ μ
 Kane drove a low shot past the goalkeeper.
drive [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (baseball: advance)προωθώ ρ μ
 He drove the runner home with a hit.
drive [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (logs: float down river)οδηγώ ρ μ
 They drove the logs down the river.
drive [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (motivate)δίνω κίνητρο περίφρ
 Ian's desire to be the best is what drives him.
drive [sb] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (provoke) (μεταφορικά)οδηγώ ρ μ
  φτάνω ρ μ
 Her children always drive her to the point of madness.
 Τα παιδιά της την οδηγούν (or: φτάνουν) στην τρέλα.
drive [sth] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (push)οδηγώ κτ σε κτ, κατευθύνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)πηγαίνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 She drove the conversation to a certain topic.
drive [sth] into [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sport: hit, kick) (καθομιλουμένη)στέλνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 She drove the ball into the net.
drive [sth] into [sth/sb] vtr + prep (nail, blade: hammer) (καρφί, μαχαίρι)καρφώνω ρ μ
  (καθομιλουμένη)μπήγω ρ μ
 He drove the nail into the wall.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2018:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
blood drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (event: blood donation)αιμοδοσία ουσ θηλ
 I'll be giving my 95th pint at the blood drive on Monday.
cattle drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (herding livestock)μετακίνηση κοπαδιού περίφρ
chain drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mechanism: roller chain)αλυσίδα κίνησης φρ ως ουσ θηλ
  μηχανισμός μετάδοσης μηχανικής κίνησης με εύκαμπτη αλυσίδα περίφρ
  κινητήρια αλυσίδα φρ ως ουσ θηλ
  αρθρωτή αλυσίδα με ράουλα, αρθρωτή αλυσίδα με κυλίνδρους περίφρ
 My first motorcycle had a chain drive and I had to remember to check the tension. The chain drive on a bicycle transfers power from the pedals to turn the wheels.
 Η πρώτη μου μοτοσικλέτα είχε αλυσίδα κίνησης, και έπρεπε να θυμάμαι να ελέγχω την τάση. Η αλυσίδα κίνησης σε ένα ποδήλατο μεταφέρει την ενέργεια από τα πετάλια για την περιστροφή των τροχών.
disk drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computing: hardware)οδηγός δισκέτας ηλεκτρονικού υπολογιστή ουσ αρσ
drive a bargain v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (negotiate a deal)κάνω παζάρια περίφρ
 I got a good price on my new car because I drove a hard bargain with the salesman.
 Αγόρασα το αυτοκίνητό μου σε καλή τιμή γιατί έκανα σκληρά παζάρια με τον πωλητή.
drive a hard bargain v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be tough negotiator)κάνω σκληρό παζάρι έκφρ
 The shopkeeper drove a hard bargain, but we eventually agreed on a price for the vase.
drive at [sth] vi + prep figurative (suggest, intend to say) (μεταφορικά)υπονοώ, υπαινίσσομαι ρ μ
 What are you driving at?
 Τι υπονοείς;
drive away vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (depart in a vehicle)φεύγω, απομακρύνομαι ρ αμ
  (έμφαση στην οδήγηση)βάζω μπρος και φεύγω περίφρ
  (κατά λέξη)φεύγω με το αυτοκίνητο, απομακρύνομαι με το αυτοκίνητο περίφρ
 She wiped a tear from her eye as he drove away.
 Σκούπισε ένα δάκρυ από τα μάτια της καθώς εκείνος έβαλε μπρος και έφυγε.
drive [sb/sth] away vtr + adv (repel, force to leave)απωθώ, διώχνω ρ μ
 She drove him away with her constant nagging.
 Τον έδιωξε με τη συνεχή γκρίνια της.
drive [sb/sth] back vtr + adv (cause [sb/sth] to retreat)οπισθοχωρώ ρ αμ
drive by vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (go past in a vehicle)περνάω ρ μ
  (κατά λέξη)περνάω μέσα σε όχημα
 Ray drove by in his truck.
drive-by nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shooting from a passing car)επίθεση με πυροβολισμούς από διερχόμενο αυτοκίνητο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Osman admitted that he was the gunman in a drive-by.
drive-by adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (shooting: from passing car)επίθεση με πυροβολισμούς από διερχόμενο αυτοκίνητο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 A man has life-threatening injuries after a drive-by incident in Tucson.
drive [sb] crazy v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (make insane)τρελαίνω ρ μ
drive [sb] crazy v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (annoy)τρελαίνω ρ μ
  (αργκό: σε κπ)τη δίνω στα νεύρα έκφρ
 That hip-hop music just drives me crazy!
drive [sb] crazy v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (arouse sexually) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)τρελαίνω ρ μ
  ξετρελαίνω ρ μ
 The way you kiss drives me crazy.
drive [sth] down vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." figurative (force to decrease)μειώνω, ελαττώνω ρ μ
 The current economic crisis will drive down house prices.
 Η τρέχουσα οικονομική κρίση θα ελαττώσει τις τιμές των κατοικιών.
drive [sth] forward vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." figurative (propel)προωθώ ρ μ
  επιδιώκω ρ μ
 The new legislation was driven forward by fears of mass immigration.
 Ο νέος νόμος προωθήθηκε για να αποτραπεί το φαινόμενο των μαζικών μεταναστεύσεων.
 Επιδιώχθηκε η ψήφιση των καινούργιων νομοθετικών διατάξεων, προκειμένου να αποτραπεί το φαινόμενο των μαζικών μεταναστεύσεων.
drive forward vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (steer ahead)οδηγώ προς τα εμπρός έκφρ
 Instead of reversing, he drove forward into a tree.
drive [sth] forward vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (vehicle: steer ahead)πηγαίνω κτ ίσια, πηγαίνω κτ μπροστά ρ μ + επίρ
drive [sth] home v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (instil or impress the truth of [sth])κάνω κάποιον να κατανοήσει/καταλάβει περίφρ
 My dad's funeral really drove home the fact that he was gone forever.
drive in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (go by car)φτάνω με αυτοκίνητο έκφρ
 If we take the train we don't have to drive in and face all that traffic.
drive-in nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (restaurant) (ΗΠΑ, εστιατόρια)ντράιβ ιν έκφρ
 When my father met my mother she was a waitress at the drive-in.
 Όταν ο πατέρας μου γνώρισε τη μητέρα μου εκείνη δούλευε ως σερβιτόρα σ' ένα ντράιβ ιν.
drive-in nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (cinema) (κινηματογράφος)ντράιβ ιν έκφρ
drive-in adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US (cinema, restaurant)ντράιβ ιν, drive-in φρ ως επίθ
 There are very few drive-in theaters left in North America.
drive into [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (enter: in a vehicle) (με όχημα)μπαίνω σε κτ ρ μ
 You will receive a ticket when you drive into the parking garage.
drive into [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (crash: a vehicle)προσκρούω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)πέφτω πάνω σε κτ περίφρ
  τρακάρω ρ μ
  (αργκό)στουκάρω σε κτ ρ αμ
 The drunk driver drove into a wall.
 Ο μεθυσμένος οδηγός προσέκρουσε σε τοίχο.
 Ο πιωμένος οδηγός στούκαρε σε τοίχο.
drive [sb] mad vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (make insane)τρελαίνω ρ μ
drive [sb] mad vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (annoy)ενοχλώ ρ μ
  (μεταφορικά)τρελαίνω ρ μ
drive [sb] mad vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (arouse sexually)ερεθίζω ρ μ
drive off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (vehicle: pull out, move off)φεύγω, απομακρύνομαι ρ αμ
  (έμφαση στην οδήγηση)βάζω μπρος και φεύγω περίφρ
  (κατά λέξη)φεύγω με το αυτοκίνητο, απομακρύνομαι με το αυτοκίνητο περίφρ
 I sadly watched him drive off, knowing I wouldn't see him again.
 Τον παρακολουθούσα θλιμμένη να βάζει μπρος και να φεύγει, ξέροντας ότι δεν θα τον ξαναέβλεπα ποτέ.
drive [sth/sb] off vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (chase away)απωθώ, εκδιώκω ρ μ
 We had to drive off the wolves that were stalking the sheep.
 Έπρεπε να απωθήσουμε τους λύκους που ακολουθούσαν τα πρόβατα.
drive on vi + adv (keep driving without stopping)οδηγώ χωρίς στάση περίφρ
drive [sth/sb] out vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (force to leave)διώχνω ρ μ
  (ανακόπτω επίθεση)απωθώ
  (επίσημο)εκδιώκω ρ μ
 The natives were driven out of their villages by the foreign invaders.
 Οι ξένοι εισβολείς έδιωξαν τους ντόπιους από τα χωριά τους.
drive [sb] out of his mind,
drive [sb] out of her mind
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (annoy) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)σπάω τα νεύρα σε κπ, βγάζω κπ εκτός εαυτού έκφρ
 The baby's constant crying drove James out of his mind.
drive [sb] out of his mind,
drive [sb] out of her mind
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (arouse sexually) (μεταφορικά)τρελαίνω, φτιάχνω, ανάβω ρ μ
  εξιτάρω ρ μ
 Watching you sunbathe used to drive me out of my mind.
drive over [sth] vi + prep (vehicle: go on top of [sth])οδηγώ πάνω σε κτ περίφρ
  περνάω πάνω από κτ περίφρ
  πατάω ρ μ
Σχόλιο: Το ρήμα «πατάω» χρησιμοποιείται συχνά για οχήματα, π.χ. «Τον πάτησε ένα αμάξι».
 The driver slowly drove over the loose gravel.
 Ο οδηγός οδήγησε αργά πάνω στα χαλίκια.
drive [sb] round the bend v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang, figurative (make insane) (μτφ: κάνω κπ έξαλλο)τρελαίνω, τσαντίζω, τσατίζω ρ μ
  (αργκό, μτφ: σε κάποιον)τα πρήζω, τα κάνω τσουρέκια έκφρ
  (κάποιον)βιδώνω ρ μ
 You're driving me round the bend!
drive shaft,
drive-shaft,
US: driveshaft
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(mechanism)κινητήριος άξονας επίθ + ουσ αρσ
drive train nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (automotive: system driving the wheels)σύστημα κίνησης φρ ως ουσ θηλ
drive up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (arrive in a vehicle)έρχομαι οδηγώντας περίφρ
  οδηγώ ρ αμ
 I was surprised to see him drive up in a flashy sportscar.
 Ξαφνιάστηκα που τον είδα να έρχεται οδηγώντας ένα φανταχτερό σπορ αυτοκίνητο.
drive [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." figurative (price: cause to rise)ανεβάζω, αυξάνω ρ μ
  (μεγάλη αύξηση)ανεβάζω κτ στα ύψη έκφρ
drive [sb] up the wall v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (irritate [sb])εκνευρίζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)τσαντίζω ρ μ
  (μεταφορικά)κάνω κπ έξω φρενών, κάνω κπ εκτός εαυτού έκφρ
drive yourself to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (go by car)πάω οδηγώντας έκφρ
 I don't think you should drive yourself to the hospital.
drive yourself to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (motivate yourself)πιέζω τον εαυτό μου σε κτ περίφρ
drive-in theater nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (car-park cinema) (ξενικό)ντράιβ ιν ουσ ουδ άκλ
Σχόλιο: Παραμένει αμετάφραστο από τα αγγλικά: drive-in
drive-through,
drive-thru
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(takeaway restaurant)ντράιβ-θρου ουσ ουδ άκλ
Σχόλιο: Πρόκειται για εστιατόριο πρόχειρου φαγητού όπου παραγγέλνεις μέσα από το όχημά σου.
drive-through,
drive-thru
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(used from a car)ντράιβ-θρου ουσ ουδ άκλ
drive-train,
drivetrain,
drive train
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(automotive system)σύστημα κίνησης φρ ως ουσ ουδ
flash drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computer: memory device)μνήμη USB φρ ως ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)στικάκι USB, φλασάκι USB φρ ως ουσ ουδ
  στικάκι, φλασάκι ουσ ουδ
 Every paper I wrote this year is on this flash drive.
 Όλες οι φετινές μου εργασίες βρίσκονται σ' αυτή τη μνήμη USB.
food drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (charity event)δωρεά τροφίμων φρ ως ουσ θηλ
 The church is holding a food drive this weekend to help needy families.
 Η εκκλησία διοργανώνει αυτό το σαββατοκύριακο μια δωρεά τροφίμων για να βοηθήσει τις άπορες οικογένειες.
four-wheel drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vehicle: SUV)τέσσερα επί τέσσερα έκφρ
 Drivers in rural areas need a four-wheel drive to cope with winter conditions.
front-wheel drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (car: power to front wheels only)αυτοκίνητο με μπροστινή κίνηση ουσ ουδ
  (αργκό)μπροστοκίνητο ουσ ουδ
 Her new car's got front-wheel drive; it's a lot better on slippery roads than her old one was.
go for a drive v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take: car trip)πάω μια βόλτα με το αυτοκίνητο, πάω βόλτα με το αυτοκίνητο περίφρ
  (γενικά)πάω μια βόλτα, πάω βόλτα περίφρ
  (καθομιλουμένη, σπάνιο)πάω αυτοκινητάδα, κάνω αυτοκινητάδα περίφρ
 Let's go for a drive to the beach with our children.
hard drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (data-reading hardware)σκληρός δίσκος ουσ αρσ
 The police were able to retrieve information from the fraudster's hard drive.
 Η αστυνομία μπόρεσε να ανακτήσει πληροφορίες από τον σκληρό δίσκο του απατεώνα.
propaganda drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (political campaign) (πολιτική)προπαγανδιστική καμπάνια, προπαγανδιστική εκστρατεία επίθ + ουσ θηλ
sex drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sexual desire)σεξουαλική επιθυμία, λίμπιντο έκφρ
 After his surgery he had little sex drive.
tape drive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (transfers data between computer and tape)μονάδα ταινίας φρ ως ουσ θηλ
 We used to load reels of tape onto the tape drive so old data could be read.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'drive' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: drive a [car, motorcycle, truck], a [quick, long, leisurely] drive (to), drive [wheel, belt], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση drive στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'drive'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rid | rage

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης