droop

Listen:
 /druːp/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
droop viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (hang limply)χαλαρώνω, κρεμάω ρ αμ
Σχόλιο: κρεμάω: επίσης: κρεμώ (συνηρ.)
droop viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (be exhausted) (είμαι εξαντλημένος, μεταφορικά)σέρνομαι ρ αμ
 The hikers drooped under the hot sun.
droop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sagging shape)κρέμασμα, σακούλιασμα ουσ ουδ
 The bridge had a droop in the middle.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'droop' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση droop στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'droop'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: pair | skirt

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.