duckling

Listen:
 [ˈdʌklɪŋ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
duckling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (young duck) (μικρή πάπια)παπί, παπάκι ουσ ουδ
 Five ducklings swam in a line behind their mother.
duckling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (meat of young duck) (κρέας μικρής πάπιας)παπί, παπάκι ουσ ουδ
 They served roast duckling and asparagus at the banquet.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ugly duckling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sb] ugly who becomes beautiful) (μεταφορικά)ασχημόπαπο ουσ ουδ
 As a child she was an ugly duckling but just look at her now!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση duckling στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'duckling'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης