WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ducky nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, dated (affectionate term) (αργκό)γλύκα, αγαπούλα ουσ θηλ
  (αργκό: σε φίλο)φιλαράκι ουσ ουδ
ducky,
duckie
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
infantile (duck)παπάκι ουσ ουδ
 Mummy, look at the duckies on the pond!
ducky,
duckie
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US, informal (fine, wonderful)εντάξει επίρ ως επίθ
  τέλειος επίθ
  μια χαρά φρ ως επίθ
 I think your plan is just ducky!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
rubber ducky nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (duck-shaped bath toy)πλαστικό παπάκι ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ducky στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ducky'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: party | tap

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης