duct

Listen:
 [ˈdʌkt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
duct nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (body) (ανατομία)πόρος ουσ αρσ
 Ducts carry bodily fluids.
duct nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (building)αγωγός ουσ αρσ
 The architect designed the building with sufficient ducts to allow air to circulate.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bile duct (anatomy)χοληφόρος πόρος επίθ + ουσ αρσ
duct tape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (strong adhesive tape)μονωτική ταινία, κολλητική ταινία ουσ θηλ
 Duct tape can be used to repair almost anything.
tear duct nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tube carrying tears)ρινοδακρυϊκός πόρος περίφρ
 The young boy's story was very moving and Oliver could feel his tear ducts filling up.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'duct' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: use duct tape to [insulate, seal, prevent, hold], [lined, covered, sealed] with duct tape, the [air, escape, ventilation] duct, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση duct στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'duct'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: party | tap

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης