WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ductility nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (malleability)ελατότητα ουσ θηλ
  ολκιμότητα ουσ θηλ
  πλαστικότητα ουσ θηλ
  ελασιμότητα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ductility στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ductility'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: party | tap

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης