dud

Listen:
 [ˈdʌd]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dud nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] non-functioning) (μεταφορικά, καθομ)τα έχει παίξει έκφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 This battery's a dud. Have you got any more I can try?
 Αυτή η μπαταρία τα έχει παίξει. Έχεις καμιά άλλη να δοκιμάσω;
dud nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cheque with insufficient funds)ακάλυπτη επιταγή επίθ + ουσ θηλ
 Mona's bank fined her because the check she wrote was a dud.
dud nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (bomb that does not explode)βόμβα που δεν έσκασε
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Fortunately, the suicide bomber's explosive device was a dud, and no one was injured.
dud nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (unsuccessful movie) (αργκό: ταινία)μούφα, φόλα, πίπα ουσ θηλ
 The highly anticipated science fiction movie turned out to be a dud.
dud adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (device, object: non-functioning)ελαττωματικός επίθ
  (καθομιλουμένη)άχρηστος επίθ
 Don't use that dud flash drive, you'll lose your files.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dud στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dud'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: dear | knack

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης