dude

Listen:
 [ˈdjuːd] [ˈduːd]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, US (guy) (καθομιλουμένη)τύπος ουσ αρσ
  (ως προσφώνηση)φίλε ουσ αρσ
 I looked out of the window and saw some dude walking along the street.
 Κοίταξα έξω απ' το παράθυρο και είδα έναν τύπο να περπατάει κατά μήκος του δρόμου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
dude ranch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (ranch-style vacation resort)μη διαθέσιμη μετάφραση
 We're going to be cowboys for a week at a dude ranch.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Collocations: slang: dude, I love your [sneakers, glasses, car]!, slang: what's [up, wrong] dude?, slang: the dude in the [red shirt, overalls], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dude στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dude'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης