due

Listen:
 [ˈdjuː]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
due adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (needs to be paid, submitted, etc.) (πρέπει να πληρωθεί)πληρωτέος επίθ
  (πρέπει να υποβληθεί)υποβλητέος επίθ
  (εργασία, πχ στο πανεπιστήμιο)παραδοτέος επίθ
Σχόλιο: Πολύ συχνά αποδίδεται με τη φράση «πρέπει να πληρωθεί/υποβληθεί/παραδοθεί» κλπ.
 This electric bill is due by the end of the month. Your dissertation is due by December 9.
 Ο λογαριασμός του ηλεκτρικού είναι πληρωτέος στο τέλος του μήνα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η φορολογική δήλωση είναι υποβλητέα σε μια εβδομάδα.
 Η διδακτορική διατριβή σου είναι παραδοτέα στις 9 Δεκεμβρίου.
due adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (scheduled to happen)προγραμματισμένος μτχ πρκ
  που έχει προγραμματιστεί περίφρ
 The gas safety check is due next Monday.
 Ο έλεγχος ασφαλείας για το αέριο είναι προγραμματισμένος (or: έχει προγραμματιστεί) για την ερχόμενη Δευτέρα.
due to do [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (scheduled to undergo [sth])πρέπει να κάνω κτ περίφρ
  (καθομιλουμένη)είναι να κάνω κτ περίφρ
  (αποδέκτης της ενέργειας)θέλω ρ μ
Σχόλιο: Προσοχή στη διαφορετική σύνταξη. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The car is due to get its oil changed.
 Το αμάξι θέλει αλλαγή λαδιών.
due to do [sth] adj + prep (expected, supposed to do [sth])πρόκειται να κάνω κτ περίφρ
 The minister is due to meet with his French counterpart this afternoon to discuss the current economic crisis.
 Ο υπουργός πρόκειται να συναντήσει τον Γάλλο ομόλογό του το απόγευμα για να συζητήσει την τρέχουσα οικονομική κρίση.
due adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (expected)αναμένομαι ρ αμ
  προβλέπεται ρ απρ
  (κάτι)είναι προγραμματισμένο ρ έκφρ
 He was due home by six o'clock that evening.
 Προβλεπόταν να επιστρέψει στο σπίτι μέχρι τις έξι η ώρα εκείνο το βράδυ.
due to [sth] preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (caused by, because of)εξαιτίας, λόγω σύνδ
 The game was delayed due to bad weather.
 Το παιχνίδι καθυστέρησε εξαιτίας του άσχημου καιρού.
due to [sth] adj + prep (owing to, because of [sth](σε κάτι)οφείλομαι ρ μ
 His success is due to his careful attention to detail.
 Η επιτυχία του οφείλεται στην προσοχή που δίνει στη λεπτομέρεια.
due [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (owed [sth])κπ μου χρωστάει κτ περίφρ
Σχόλιο: Προσοχή στη διαφορετική σύνταξη. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Jack's due £300 rent from the lodger.
 Ο νοικάρης χρωστάει 300 δολάρια στον Τζακ.
due for [sth] adj + prep (in need of [sth])χρειάζομαι ρ μ
  είναι καιρός για κτ έκφρ
  (εμφατικός τύπος)χρειάζομαι επειγόντως ρ μ + επίρ
 I'm due for a vacation!
 Χρειάζομαι διακοπές!
 Χρειάζομαι επειγόντως διακοπές!
due adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (appropriate) (που αρμόζει, κατάλληλος)δέων επίθ
  πρέπων επίθ
Σχόλιο: Κλίνονται ως εξής: ο δεών, η δέουσα, το δέον και ο πρέπων, η πρέπουσα, το πρέπον.
 Please give due attention to the rules and guidelines.
 Παρακαλώ δώσε τη δέουσα (or: πρέπουσα) προσοχή στους κανόνες και τις οδηγίες.
due adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (expected to be born) (το μωρό)αναμένεται να γεννηθεί έκφρ
Σχόλιο: Συνήθως δεν προτιμάται αυτή η σύνταξη στον καθημερινό λόγο αλλά αύτη που έχει ως αντικείμενο τους γονείς.
 The baby is due at the end of this month.
 Το μωρό αναμένεται να γεννηθεί στο τέλος του μήνα.
due adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (expected to give birth)περιμένω να γεννήσω περίφρ
  (επίσημο)έχω προβλεπόμενη ημερομηνία τοκετού περίφρ
  (καθομιλουμένη)έχει ΠΗΤ περίφρ
  περιμένω ρ μ
 She is due at the end of July.
 Περιμένει να γεννήσει στα τέλη Ιουλίου.
 Έχει ΠΗΤ για τα τέλη Ιουλίου.
 Περιμένει να γεννήσει στα τέλη Ιουλίου.
due advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (exactly)ακριβώς επίρ
 The farm is due south of here.
 Το αγρόκτημα είναι ακριβώς νότια από εδώ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dues nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (subscription fee)συνδρομή ουσ θηλ
 His monthly dues to the club are more than $200.
 Η μηνιαία συνδρομή του στον όμιλο είναι πάνω από 200 δολάρια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
amount due nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sum of money owed)οφειλόμενο υπόλοιπο, οφειλόμενο ποσό, ποσό προς πληρωμή ουσ ουδ
 The amount due is $45.
due balance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (amount owed)οφειλόμενο υπόλοιπο περίφρ
due date nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deadline for payment)προθεσμία πληρωμής έκφρ
 The due date for the electric bill's 25th March.
 Η προθεσμία πληρωμής του ηλεκτρικού είναι έως της 25 Μαρτίου.
due date nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (expected date of birth) (για έγκυες)ημερομηνία τοκετού ουσ θηλ
 Your due date is 24 weeks from today.
 Η ημερομηνία τοκετού σου προσδιορίζεται σε 24 εβδομάδες από σήμερα.
due diligence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of investment audit)επισταµένη έρευνα επίθ + ουσ θηλ
 Due diligence is an audit of a planned financial investment.
due for preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (deserving or expecting) (μόνο για αξία, ικανότητα)αξίζω ρ μ
  (για κάτι που θα αλλάξει στο μέλλον)πρόκειται ρ απρ
  (καθομιλουμένη)περιμένω ρ αμ
  είμαι έτοιμος για περίφρ
 Jim really is due for a raise soon.
due for payment adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (to be paid now)που πρέπει να πληρωθεί περίφρ
 Your insurance premium for this month is now due for payment.
 Η ασφάλειά σου για αυτόν τον μήνα πρέπει να πληρωθεί άμεσα.
due north advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (towards the north)προς το βορρά έκφρ
 Get on the highway and head due north.
 Βγες στον αυτοκινητόδρομο και κατευθύνσου προς το βορρά.
due north nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (compass point: north)βόρεια επίρ
 A compass needle doesn't point to due north: it points to magnetic north.
due out adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (scheduled for publication or release)αναμένεται να κυκλοφορήσει έκφρ
 The new edition of the magazine is due out next week.
due process nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (established course of legal proceedings)νόμιμη οδός ουσ θηλ
 If arrested, you have the right to due process.
due process nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (standard procedure)συνήθης διαδικασία ουσ θηλ
get your due v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (get [sth] you are entitled to)παίρνω αυτό που μου αξίζει περίφρ
  (μόνο για καλό)παίρνω αυτό που δικαιούμαι περίφρ
 Fiona finally got her due when they raised her salary.
in due course advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in normal run of events)όταν έρθει η ώρα φρ ως επίρ
 You'll receive your promotion in due course: first you have to prove yourself.
 Θα πάρεις προαγωγή όταν έρθει η ώρα, πρώτα πρέπει ν' αποδείξεις την αξία σου.
in due course advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (after expected time)εν ευθέτω χρόνω φρ ως επίρ
 The effects of the drug will wear off in due course.
 Η επίδραση του φαρμάκου θα μειωθεί εν ευθέτω χρόνο.
in due form advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (correctly, properly)ορθά,σωστά επίρ
in due time advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (eventually)όταν έρθει ο καιρός, όταν είναι η κατάλληλη στιγμή, με τον καιρό περίφρ
 In due time, we will put all this behind us.
past due,
past-due
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(payment: overdue, late)ληξιπρόθεσμος επίθ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 Services will be reconnected when the past-due payment has been paid.
past-due account nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unpaid debt) (οικονομικά)ληξιπρόθεσμο χρέος επίθ + ουσ ουδ
  ληξιπρόθεσμη οφειλή επίθ + ουσ θηλ
 The past-due account will be reported to all national credit bureaus.
past-due bill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (notice of late payment)ληξιπρόθεσμος λογαριασμός επίθ + ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)ληγμένος λογαριασμός επίθ + ουσ αρσ
 There was a mountain of past-due bills on the desk.
sum due nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (amount owed)οφειλόμενο ποσό μτχ ενεστ + ουσ ουδ
  σύνολο ουσ ουδ
with all due respect advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (despite my regard for you)με όλον τον σεβασμό έκφρ
 With all due respect, I couldn't disagree more.
with due respect advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (with deserved esteem)με όλον τον σεβασμό έκφρ
 With due respect I have a different opinion.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'due' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: pay your [club, membership] dues, when is [the, your] due date?, are behind on your (club) dues, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση due στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'due'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: guest | cheapskate

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης