duel

Listen:
 [ˈdjuːəl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
duel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fight between two people) (μεταξύ δύο ατόμων)μονομαχία ουσ θηλ
duel viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (fight a duel)μονομαχώ ρ αμ
 They were going to duel until their commanding officer stepped in.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'duel' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση duel στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'duel'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης