duet

Listen:
 [djuːˈɛt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
duet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music: composition for two) (μουσική: σύνθεση για δύο)ντουέτο ουσ ουδ
 The concert includes a duet by Bach.
duet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music: performance by two) (μουσική: παράσταση από δύο)ντουέτο ουσ ουδ
 The two pianists played a lively duet.
duet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ballet: dance for two) (μπαλέτο: χορός για δύο)ντουέτο ουσ ουδ
 The performance ended with a beautiful duet between the male and female lead dancers.
duet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (pair) (δύο από κάτι, μεταφορικά)ζευγάρι, ντουέτο ουσ ουδ
 The duet sat on the bench, chatting with each other.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'duet' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση duet στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'duet'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης