duffel

Listen:
 [ˈdʌfəl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
duffel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thick wool fabric)μάλλινο ύφασμα, καμηλό ουσ ουδ
Σχόλιο: καμηλό: ξενικό, άκλιτο
duffel,
duffle
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(coat, bag: made of duffel) (παλτό, τσάντα)καμηλό ουσ ως επίθ
Σχόλιο: καμηλό: ξενικό, άκλιτο. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Duffel coats are popular with young women this season.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
duffel bag,
duffle bag
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(drawstring tote bag)πουγγί ουσ ουδ
 Duffel bags are sailors' suitcases.
duffel bag,
duffle bag
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bag made of coarse cotton)κανάβινη τσάντα ουσ θηλ
 Jim carries his things to the gym in a duffel bag.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'duffel' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση duffel στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'duffel'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης