WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
duffer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, pejorative (foolish or useless person)βλάκας ουσ αρσ
  (υβριστικό)ηλίθιος επίθ
  (μειωτικό)άχρηστος επίθ
duffer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] poor at a sport, esp golf) (σε σπορ)ανίκανος επίθ
  (μειωτικό)άχρηστος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση duffer στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'duffer'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης