duly

 /ˈdjuːlɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
duly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (properly)δεόντως επίρ
  όπως πρέπει έκφρ
Σχόλιο: τροπικό επίρρημα
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
be duly executed viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be carried out in accordance with law)εκτελούμαι νόμιμα ρ εκφρ
be duly informed of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be notified of [sth])ενημερώνομαι κατάλληλα ρ αμ + επίρ
  ενημερώνομαι δεόντως ρ αμ + επίρ
  (από τον αρμόδιο)ενημερώνομαι αρμοδίως ρ αμ + επίρ
 When he was arrested, Gary was duly informed of his rights by the policeman.
duly constituted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (law: established according to law)θεσμοθετημένος επίθ
 They claimed they were only acting on the order of duly constituted authority. Since I'm a duly constituted minister in this state we could perform the marriage right now if you wanted.
 Από τη στιγμή που είμαι θεσμοθετημένος ιερές σε αυτή την πολιτεία μπορούμε να τελέσουμε το γάμο τώρα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση duly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'duly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης