eastward

Listen:
 [ˈiːstwərd]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
eastward adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (heading east)ανατολικός επίθ
 Eastward traffic is heavy this morning.
eastward,
eastwards
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(towards the east)ανατολικά επίρ
 The train is traveling eastward at 100 kilometers per hour.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση eastward στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'eastward'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crash | nail

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης