education

Listen:
 [ˌɛdʒʊˈkeɪʃən]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (formal learning) (επίσημη εκπαίδευση)εκπαίδευση ουσ θηλ
  (σύνολο εκπαίδευσης)παιδεία ουσ θηλ
 What education do you have? A college degree?
 Τι εκπαίδευση έχεις λάβει; Έχεις πτυχίο πανεπιστημίου;
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το Υπουργείο Παιδείας ενέκρινε τα νέα βιβλία για την πρώτη δημοτικού.
education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (instruction, training) (άτυπη προετοιμασία)εκπαίδευση ουσ θηλ
 He received his education on the job.
 Ναι, έλαβα κάποια εκπαίδευση στις τεχνικές πρώτων βοηθειών.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pedagogy classes)παιδαγωγικά ουσ ουδ πλ
 She gained a master's degree in education.
 Πήρε πτυχίο μάστερ στα παιδαγωγικά.
education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (informative experience) (μεταφορικά)μάθημα ουσ ουδ
 Walking through the hospital with him was a real education.
 Η βόλτα μέσα στο νοσοκομείο μαζί του ήταν αληθινό μάθημα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
adult education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tertiary or further education)τριτοβάθμια εκπαίδευση ουσ θηλ
 There is a growing number of adults entering adult education.
advanced education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tertiary or further study)ανώτατη εκπαίδευση επίθ + ουσ θηλ
board of education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (schools: administrative body)υπουργείο παιδείας ουσ ουδ
 The court said that boards of education could not segregate children by race.
classical education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (education in classical humanities)κλασική παιδεία ουσ θηλ
 The ability to solve crossword puzzles quickly is just one of the advantages of a classical education.
complementary education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (alternative learning opportunities)πρόσθετη εκπαίδευση, συμπληρωματική εκπαίδευση επίθ + ουσ θηλ
continuing education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tertiary, further or higher education)ανώτερη εκπαίδευση ουσ θηλ
 Continuing education courses are required for renewal of many professional licenses.
formal education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (structured schooling or study) (εντός σχολικού συστήματος)τυπική εκπαίδευση επίθ + ουσ θηλ
  επίσημη εκπαίδευση επίθ + ουσ θηλ
further education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (tertiary education, adult learning)ανώτερη εκπαίδευση ουσ θηλ
graduate education (US),
postgraduate education (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(studies higher than degree level)μεταπτυχιακές σπουδές επίθ + ουσ θηλ πλ
 After I obtain my Bachelor of Arts degree I'll be going on to graduate education.
health education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (teaching people to improve health)εκπαίδευση για την υγεία φρ ως ουσ θηλ
 Health education teaches people how to live a healthy lifestyle.
higher education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (university, etc.)τριτοβάθμια εκπαίδευση επίθ + ουσ θηλ
 He worked in higher education for over 40 years.
 Εργάστηκε στην τριτοβάθμια εκπαίδευση για πάνω από 40 χρόνια.
integrated education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (multicultural and interfaith schooling)διαπολιτισμική εκπαίδευση επίθ + ουσ θηλ
lack of education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ignorance, not being informed)άγνοια, αμάθεια, έλλειψη παιδείας έκφρ
 A lack of education about contraception can lead to many unwanted pregnancies.
lack of education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (having little formal learning)έλλειψη ακαδημαϊκής μόρφωσης έκφρ
 Her lack of education did not prevent her from achieving a successful career.
physical education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (school sports lessons, gym class)φυσική αγωγή, γυμναστική ουσ θηλ
 Students take physical education in addition to math, English, languages, science and history.
 Εκτός από τα μαθηματικά, τα αγγλικά, τη γλώσσα, τη φυσική και την ιστορία οι μαθητές κάνουν και γυμναστική.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το μάθημα της φυσικής αγωγής διδάσκεται στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο.
primary education,
elementary education
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (first few years of schooling)βασική εκπαίδευση επίθ + ουσ θηλ
  πρωτοβάθμια εκπαίδευση επίθ +ουσ θηλ
 In the US, most kids learn how to read and do arithmetic in their primary education.
primary education (UK),
elementary education (US)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(junior, elementary schooling)βασική εκπαίδευση επίθ + ουσ θηλ
  πρωτοβάθμια εκπαίδευση επίθ +ουσ θηλ
RE nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (religious education)θρησκευτικά ουσ ουδ πλ
religious education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (religion as school subject) (σχολείο)μάθημα θρησκευτικών ουσ ουδ
Σχόλιο: πολλές φορές αναφέρεται απλά ως "θρησκευτικά"
 All pupils have lessons in religious education during their first year in secondary school.
school of continuing education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (further education college)ινστιτούτο επαγγελματικής κατάρτισης ουσ ουδ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Many adults turn to schools of continuing education to learn new skills.
school of continuing education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (adult education college)ινστιτούτο επαγγελματικής κατάρτισης ουσ ουδ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
school of education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (teaching college)κολλέγιο ουσ ουδ
  παιδαγωγική ακαδημία επίθ + ουσ θηλ
 If you want to be a teacher you'll need to go to a school of education. A school of education can prepare you for a teaching job.
 Αν θες να γίνεις δάσκαλος, θα πρέπει να πας σε παιδαγωγική ακαδημία. Μια παιδαγωγική ακαδημία μπορεί να σε προετοιμάσει για να δουλέψεις σαν δάσκαλος.
scientific education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grounding in the sciences)επιστημονική εκαπίδευση ουσ θηλ
secondary education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (education at high-school level)δευτεροβάθμια εκπαίδευση έκφρ
special education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (specific-needs teaching)ειδική αγωγή φρ ως ουσ θηλ
technical education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (study of practical subjects)τεχνική εκπαίδευση ουσ θηλ
vocational education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (training for a career)επαγγελματική εκπαίδευση ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'education' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: a [high school, college] education, the education system, is in full-time education, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση education στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'education'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: guest | cheapskate

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης