elixir

 /ɪˈlɪksə/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
elixir nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medicinal drink)ελιξίριο ουσ ουδ
 Doctors used to prescribe herbal elixirs to ward off sickness.
elixir nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cure-all, universal remedy)ελιξίριο ουσ ουδ
 The wizard gave Penny an elixir to cure her illness.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
elixir of life nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (potion believed to make one immortal)ελιξίριο της ζωής, φίλτρο της αθανασίας ουσ ουδ
 The search for the elixir of life dates back thousands of years.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση elixir στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'elixir'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rush | spill

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.