Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


empty:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

empty: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
emptyadj (without contents) χωρίς περιεχόμενοάδειος επίθ.
 επίσημοκενός επίθ.
 μεταφορικάκενός επίθ.
The knocking echoed through the empty house.
Το χτύπημα της πόρτας ήχησε μέσα στο άδειο σπίτι.
Δυστυχώς δεν υπάρχουν κενές θέσεις αυτή τη στιγμή στην εταιρεία μας.
Τέτοιες κενές υποσχέσεις άκουσα χιλιάδες!
emptyvtr (remove contents)αδειάζω ρ.μετ.
 επίσημοκενώνω ρ.μετ.
 επίσημοεκκενώνω ρ.μετ.
Empty that box please, I need to use it for my books.
Άδειασε αυτό το κουτί, σε παρακαλώ. Το χρειάζομαι για τα βιβλία μου.
Θα πρέπει να περιμένω να κενώσει κάποια θέση, για να διοριστώ.
Οι αρχές κάλεσαν τους πολίτες να εκκενώσουν αμέσως τα σπίτια τους.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "empty".
Σύνθετοι Τύποι:
empty outvtr (void, clear)αδειάζω, εκκενώνω ρ.μετ.
empty outvtr (use all of)αδειάζω ρ.μετ.
empty outvi (become empty)αδειάζω, εκκενώνομαι ρ.αμ.
empty stomachn (hunger) πείναάδειο στομάχι ουσ.ουδ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'empty' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'empty'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad