en


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
en adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (dash: short) (σύμβολο, παύλα)μικρή επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
en dash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (punctuation mark: short dash) (Η/Υ)μικρή παύλα ουσ θηλ
en garde advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (ready to defend oneself)σε επιφυλακή επίρ
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
en masse advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (all together, as a group)ομαδικώς επίρ
 The protesters made their way to the town center en masse.
en route advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (on the way)καθ'οδόν επίρ
  (καθομιλουμένη)στον δρόμο επίρ
Σχόλιο: επιρρηματικοί προσδιορισμοί
 I'll deliver those for you en route, shall I?
en suite advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (room: adjoining, private)παρακείμενος, διπλανός επίθ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 The hotel room has an en suite bathroom.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'en' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση en στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'en'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης