engorged

 /ɪnˈgɔːdʒd/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
engorge [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make full or swollen with fluid)ξεχειλίζω ρ μ
  (ιατρική: υγρά σε όργανο)προκαλώ συμφόρηση περίφρ
engorge [sth] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be filled or swollen with fluid)ξεχειλίζω ρ αμ
  (λόγιο)υπερχειλίζω, εκχειλίζω ρ αμ
  (ιατρική: υγρά σε όργανο)είμαι συμφορημένος ρ έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση engorged στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'engorged'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης