engrossed

SpeakerListen:
UK-RPScot
 /ɪnˈgrəʊst/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
engrossed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (absorbed, involved)απορροφημένος, απασχολημένος επίθ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
engrossed in adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (absorbed, involved in)απορροφημένος, προσηλωμένος επίθ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'engrossed' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση engrossed στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'engrossed'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης