engrossed

Listen:
 /ɪnˈgrəʊst/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
engrossed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (absorbed: in reading, etc.)απορροφημένος, απασχολημένος επίθ
 Karen didn't even look up from her magazine when I said hello, she was so engrossed.
engrossed in [sth] adj + prep (absorbed, involved in) (σε κτ)απορροφημένος, προσηλωμένος μτχ πρκ
 Rosa doesn't notice anything when she's engrossed in a book.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'engrossed' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση engrossed στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'engrossed'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: anyway | cross

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.