engulf

 /ɪnˈgʌlf/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
engulf vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (overwhelm, cover)περικλείω, σκεπάζω ρ μ
  (καταπιεστικά, μεταφορικά)καταπίνω, καταβροχθίζω, καταποντίζω ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'engulf' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση engulf στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'engulf'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης