engulf

Listen:
 /ɪnˈɡʌlf/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
engulf vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (overwhelm, cover)περικλείω, σκεπάζω ρ μ
  (καταπιεστικά, μεταφορικά)καταπίνω, καταβροχθίζω, καταποντίζω ρ μ
engulf [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (overwhelm, cover) (μεταφορικά)σαρώνω ρ μ
  (μεταφορικά)τυλίγω, περικλείω ρ μ
  (μεταφορικά)σκεπάζω ρ μ
Σχόλιο: Η επιλογή εξαρτάται από τα συμφραζόμενα καθώς δεν υπάρχει ενιαίος τρόπος απόδοσης.
 The tsunami engulfed several coastal villages.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'engulf' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση engulf στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'engulf'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crop

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης