Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


enjoy:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

enjoy: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
enjoyvtr (take pleasure in) αντλώ ευχαρίστηση απόαπολαμβάνω ρ.μετ.
 καθομιλουμένηευχαριστιέμαι ρ.μετ.
 μου αρέσει ρ.μετ.απρ.
I always enjoy a good book.
Πάντα απολαμβάνω ένα καλό βιβλίο.
Πάντα ευχαριστιέμαι ένα καλό βιβλίο.
Πάντα μου αρέσει ένα καλό βιβλίο.
enjoyvtr (have) επίσημοαπολαμβάνω ρ.μετ.
 για υγείαχαίρω άκρας υγείας έκφρ.
Note: χαίρω άκρας υγείας: αρχαΐζουσα έκφραση που χρησιμοποιείται πλέον αποκλειστικά ολόκληρη για να περιγράψει εξαιρετικά καλή υγεία.
I've always enjoyed good health.
* Απολαμβάνει προνόμια που ούτε καν φανταζόταν λίγα χρόνια πριν.
* Ο γιατρός την εξέτασε και μας διαβεβαίωσε ότι χαίρει άκρας υγείας.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "enjoy".
Σύνθετοι Τύποι:
enjoy the use ofvtr (have available for use)έχω στη διάθεσή μου έκφρ.
enjoy the use ofvtr (take pleasure in the use of)απολαμβάνω ρ.μετ.
enjoy yourselfv (have a good time) περνάω καλάδιασκεδάζω ρ.αμ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'enjoy' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'enjoy'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


* This dictionary is new and incomplete. Many entries are still being reviewed by experts.
You will see a gradual improvement over the next few months in both quality and depth.

Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad