entrap

SpeakerListen:
UK-RP
 /ɪnˈtræp/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
entrap vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (catch in a snare)παγιδεύω ρ.μετ.
  (καθομιλουμένη)πιάνω στη φάκα έκφρ.
entrap vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (catch by deception)παγιδεύω με δόλο έκφρ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'entrap' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση entrap στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'entrap'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης