equip

Listen:
 /ɪˈkwɪp/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
equip vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (supply: with equipment)εφοδιάζω, εξοπλίζω ρ μ
  εξαρτίζω ρ μ
equip [sb/sth] with [sth] vtr + prep (supply)εφοδιάζω κπ/κτ με κτ, εξοπλίζω κπ/κτ με κτ ρ μ + πρόθ
equip [sb] with [sth] vtr + prep (provide [sb] with attributes) (μεταφορικά)εφοδιάζω κπ/κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  (μεταφορικά: καλά στοιχεία)προικίζω κπ/κτ με κτ ρ μ + πρόθ
equip [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (provide with attributes)παρέχω τα εφόδια σε κπ για να κάνει κτ περίφρ
  προετοιμάζω κπ για να κάνει κτ περίφρ
 My education did not equip me to deal with these hassles.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
reequip [sb/sth],
re-equip
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(supply again)εξοπλίζω εκ νέου, εφοδιάζω εκ νέου περίφρ
  ξαναεξοπλίζω, ξαναεφοδιάζω ρ μ
reequip [sb/sth] with [sth],
re-equip
vtr + prep
(supply with [sth] again) (κάτι με κάτι)εξοπλίζω εκ νέου, εφοδιάζω εκ νέου περίφρ
  ξαναεξοπλίζω, ξαναεφοδιάζω ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'equip' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση equip στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'equip'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: charge | folk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.