escapement

 /ɪˈskeɪpmənt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
escapement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mechanism in a clock or watch) (ωρολογοποιία)μηχανισμός διαφυγής
  σύστημα διαφυγής
  (επίσ)εκκρουστήρας ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση escapement στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'escapement'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: set | steal

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.