Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


even:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

even: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
evenadj (flat)επίπεδος επίθ.
This floor's not very even.
Το πάτωμα δεν είναι και τόσο επίπεδο.
evenadj (uniform)ομοιόμορφος επίθ.
Apply the paint in an even layer over the surface.
Άπλωσε ένα ομοιόμορφο στρώμα μπογιάς στην επιφάνεια.
evenadj (without fluctuations) χωρίς διακυμάνσειςκανονικός επίθ.
His pulse was very even.
Ο σφυγμός του ήταν κανονικός.
evenadj (equal in quantity) σε ποσότηταίσος επίθ.
Add an even mixture of milk and cream.
Προσθέστε ίσες ποσότητες γάλακτος και κρέμας.
evenadj (sports: tied) αθλητικάισόπαλος επίθ.
 καθομιλουμένηισοπαλία ουσ.θηλ.
She was winning a moment ago but now they're even.
Πριν ένα λεπτό νικούσε εκείνη, αλλά τώρα είναι ισόπαλοι.
Πριν ένα λεπτό νικούσε εκείνη, αλλά τώρα είναι ισοπαλία.
evenadj (number: divisible by two) αριθμοίζυγός επίθ.
 επίσημοάρτιος επίθ.
Since there's an even number of us we can work in pairs.
Αφού η ομάδα έχει ζυγό αριθμό μελών, μπορούμε να δουλέψουμε σε ζεύγη.
* Άρτιοι λέγονται οι αριθμοί που μπορούν να διαιρεθούν με το 2.
evenadj (people: owe nothing)πάτσι επίρ.
Note: Κυρίως στην καθομιλουμένη.
After you make this payment we'll be even.
Όταν πληρώσεις αυτά τα χρήματα θα είμαστε πάτσι.
evenadv (still, yet)ακόμα επίρ.
Note: Ποσοτικό επίρρημα.
I feel even worse than I look.
Αισθάνομαι ακόμα χειρότερα από όσο δείχνω.
evenvtr (make even)ισοφαρίζω ρ.μετ.
United scored in the last minute to even the score.
Η United έβαλε γκολ την τελευταία στιγμή και ισοφάρισε.
evenvtr (make level)ισιώνω ρ.μετ.
 καθομιλουμένησιάζω ρ.μετ.
They used a roller to even the lawn.
Χρησιμοποίησαν οδοστρωτήρα για να ισιώσουν το γκαζόν.
* Πήρε μια τσουγκράνα και άρχισε να σιάζει τα χορτάρια.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "even".
Σύνθετοι Τύποι:
get evenvi (take revenge) παίρνω εκδίκησηεκδικούμαι ρ.αμ.
 καθομιλουμένηπαίρνω το αίμα μου πίσω έκφρ.
get even withvtr (take revenge on) παίρνω εκδίκηση απόεκδικούμαι κάποιον ρ.μετ.
 καθομιλουμένηπατσίζω με κάποιον έκφρ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'even' στον τίτλο:

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad