expect

Listen:
 /ɪkˈspɛkt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
expect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (anticipate)αναμένω ρ μ
  (καθομιλουμένη)περιμένω, πιστεύω ρ μ
 I expect our team will lose again.
 Αναμένω ότι η ομάδα μας θα χάσει ξανά.
 Περιμένω (or: πιστεύω) ότι η ομάδα μας θα χάσει ξανά.
expect that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (anticipate)αναμένω ρ μ
  (καθομιλουμένη)περιμένω, πιστεύω ρ μ
expect that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (suppose)υποθέτω ρ μ
  εικάζω ρ μ
 I expect that he got lost again.
 Υποθέτω ότι χάθηκε πάλι.
expect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (wait for) (κάτι, να γίνει κάτι)περιμένω, αναμένω ρ μ
  (επίσημο, λογοτεχνικό)προσμένω ρ μ
 I'm expecting a package in the mail.
 Περιμένω ένα πακέτο από το ταχυδρομείο.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Προσμένω με ανυπομονησία τον ερχομό σου.
expect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (require, demand)περιμένω ρ μ
  αναμένω ρ μ
expect viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (be pregnant)περιμένω παιδί φρ
Σχόλιο: usually used in the continuous form: be expecting
Σχόλιο: usually used in the continuous form: be expecting (a baby)
 My wife's expecting.
 Η γυναίκα μου περιμένει παιδί.
expect [sth] from [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (require, demand)περιμένω ρ μ
  αναμένω ρ μ
 I expect an apology from you.
 Περιμένω μια συγγνώμη από σένα.
expect vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (be pregnant with: a baby)περιμένω ρ μ
Σχόλιο: usually used in the continuous form: be expecting a baby
 I'm expecting a baby in July.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
hardly expect [sth] adv + vtr (unreasonable to anticipate)δεν προσδοκώ, δεν ελπίζω έκφρ
Σχόλιο: often preceded by "can"
 One can hardly expect to see a vaccine being produced before the month is out.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'expect' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση expect στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'expect'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: funny | dent

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.