extensive

Listen:
 [ɪkˈstɛnsɪv]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
extensive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (knowledge, experience: wide, great)εκτενής, ευρύς επίθ
extensive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (search: thorough, over a wide area)εκτενής επίθ
  εκτεταμένος μτχ πρκ
 The police launched an extensive search.
 Η αστυνομία ξεκίνησε εκτενή έρευνα.
extensive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (notes, information: thorough, copious)αναλυτικός επίθ
  λεπτομερής επίθ
 Ben was a good student and always took extensive notes in class.
 Ο Μπεν ήταν καλός μαθητής και πάντα κράταγε αναλυτικές σημειώσεις στην τάξη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'extensive' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [conducted, carried out] an extensive search (of), have [done, conducted] extensive research [in, on], have extensive (work) experience in [marketing, construction], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση extensive στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'extensive'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crash | nail

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης