extremely

Listen:
 /ɪkˈstriːmlɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
extremely advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (very)υπερβολικά επίρ
  (αρνητική σημασία)ακραία επίρ
 It's not just chilly today, it's extremely cold!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
extremely rare adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (very uncommon)σπάνιος, ασυνήθιστος επίθ
 Incidents like this are extremely rare in our village.
extremely rare adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (steak: cooked very little)όχι καλοψημμένος επίθ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 There's not much difference between an extremely rare steak and a raw steak.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'extremely' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση extremely στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'extremely'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: pair | skirt

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.