WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Κύριες Μεταφράσεις
factor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (element)παράγοντας, συντελεστής ουσ.αρ.
  (καθομιλουμένη)παίζω ρόλο έκφρ
 The price will be a factor in my decision to buy a new suit.
 Η τιμή θα είναι σημαντικός παράγοντας στο να αποφασίσω αν θα αγοράσω καινούριο κοστούμι.
 Η τιμή θα παίξει ρόλο στην απόδασή μου για το αν θα αγοράσω καινούριο κοστούμι.
 
Συμπληρωματικές Μεταφράσεις
factor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (maths: divisor) (μαθηματικά)διαιρέτης ουσ αρσ
 The factors of six are two and three.
 Οι διαιρέτες του έξι είναι το δύο και το τρία.
factor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (agent)αντιπρόσωπος ουσ αρσ/θηλ
  αντιπροσωπεία ουσ θηλ
 He went to the motor factors to buy the replacement carburettor.
 Πήγε στην αντιπροσωπεία αυτοκινήτων για να αγοράσει ένα ανταλλακτικό καρμπυρατέρ.
factor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lender)δανειστής, δανείστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 He sold his debtor list to a factor.
 Πούλησε τη λίστα των οφειλετών του σε ένα δανειστή (or: σε μια δανείστρια).
factor viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (resolve into factors) (μαθηματικά)παραγοντοποιούμαι ρ αμ
 This equation doesn't factor!
 Αυτή η εξίσωση δεν παραγοντοποιείται!
factor vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (agency)χερίζομαι ρ μ
 He factors debts for small businesses.
 Χειρίζεται χρέη για μικρές επιχειρήσεις.
factor vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (maths: resolve into factors) (μαθηματικά)παραγοντοποιώ ρ μ
 I had to factor 20 equations for my homework.
 'Επρεπε να παραγοντοποιήσω 20 εξισώσεις ως εργασία για το σπίτι.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Σύνθετοι Τύποι:
intrinsic factor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (protein produced by the stomach) (ιατρική)ενδογενής παράγων έκφρ.
 The intrinsic factor protein helps the body to absorb and use vitamin B. The intrinsic factor is an enzyme-like unidentified substance secreted by the stomach.
 Η πρωτεΐνη ενδογενούς παράγοντα βοηθάει το σώμα να απορροφήσει και να χρησιμοποιήσει τη βιταμίνη Β. Ο ενδογενής παράγων είναι ένα μια άγνωστη ουσία σαν ένζυμο που εκκρίνεται από το στομάχι.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.
'factor' found in these entries
In the English description:

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'factor' στον τίτλο:

See Google Translate's machine translation of 'factor'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.