faint

Listen:
 [ˈfeɪnt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
faint viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (lose consciousness)λιποθυμώ ρ αμ
  χάνω τις αισθήσεις μου περίφρ
  (παλαιό)λιγοθυμώ ρ αμ
 Ben always faints when he sees blood.
 Ο Μπέν πάντα λιποθυμάει όταν βλέπει αίμα.
faint adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (visibility: poor)αχνός, θαμπός επίθ
  αμυδρός επίθ
 Tom saw a faint image on the screen.
 Ο Τομ είδε μια θαμπή εικόνα στην οθόνη.
faint adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (smell: slight)αμυδρός, ανεπαίσθητος επίθ
 There was a faint smell of roses in the room.
 Υπήρχε μια αμυδρή μυρωδιά από τριαντάφυλλα στο δωμάτιο.
faint adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sound: soft, distant)χαμηλός, σιγανός επίθ
  ανεπαίσθητος επίθ
 Kate heard a faint shout in the distance.
 Η Κέιτ άκουσε μια σιγανή κραυγή από μακρυά.
faint adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (memory: vague)αμυδρός επίθ
  φευγαλέος επίθ
 Karen had only a faint idea of what her childhood home looked like.
 Η Κάρεν είχε μόνο μια αμυδρή ανάμνηση για το πως ήταν το σπίτι των παιδικών της χρόνων.
faint adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (hope, etc.: unlikely)αμυδρός επίθ
faint with [sth],
faint from [sth]
adj + prep
(feeling lightheaded, weak)έτοιμος να λιποθυμήσω από, κοντεύω να λιποθυμήσω από περίφρ
  στα πρόθυρα της λιποθυμίας από περίφρ
  (έχει αλλάξει χρώμα)χλωμός από κτ επίθ + πρόθ
 The street child was faint with hunger.
 Το άστεγο παιδί ήταν έτοιμο να λιποθυμήσει από την πείνα.
faint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (loss of consciousness)λιποθυμία ουσ θηλ
  (παλαιό)λιγοθυμία ουσ θηλ
 A faint can occur due to low blood sugar.
 Λιποθυμία μπορεί να προκληθεί λόγω χαμηλής γλυκόζης στο αίμα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
faint adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (effort: minimal)ελάχιστος επίθ
  απειροελάχιστος επίθ
  (χωρίς θέληση, μικρός)απρόθυμος επίθ
  (άτολμος)δειλός επίθ
 Erin's faint attempt at studying for her test didn't help much.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
faint of heart adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lacking courage or determination)δειλός επίθ
  (μεταφορικά)που δεν το λέει η καρδούλα του έκφρ
fainthearted,
faint-hearted
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(cowardly, weak)δειλός, άνανδρος επίθ
not for the faint of heart,
not for the fainthearted
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(shocking, frightening, or intense) (μεταφορικά)για γερά νεύρα, για ατσάλινα νεύρα έκφρ
  (κατά λέξη)δεν είναι για δειλούς περίφρ
 Watching that Hitchcock film is not for the faint of heart.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'faint' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [sudden, dead] faint, hit the [ground, floor] in a [sudden] faint, collapsed in a [sudden] faint, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση faint στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'faint'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: common | blend

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης