fairy

Listen:
 [ˈfɛəri]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fairy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (folklore: winged creature)νεράιδα ουσ θηλ
 Tom's grandfather told him stories about fairies and goblins.
 Ο παππούς του Τομ του διηγήθηκε ιστορίες για νεράιδες και καλικάντζαρους.
fairy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, offensive, pejorative (homosexual man) (καθομ, προβλητικό)αδερφή ουσ θηλ
  (αργκό, προσβλητικό)αδερφή νοσοκόμα φρ ως ουσ θηλ
 John was suspended from the football team when he called another student a fairy.
 Ο Τζον επεβλήθη από την ομάδα ποδοσφαίρου όταν αποκάλεσε ένα άλλο μαθητή αδερφή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
airy-fairy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." mainly UK (unrealistic, fanciful)ονειρικός, μαγικός επίθ
  φαντασιόπληκτος επίθ
  μη ρεαλιστικός φρ ως επίθ
fairy godmother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fairy-tale character)νεραϊδονονά ουσ θηλ
  καλή νεράιδα επίθ + ουσ θηλ
 Cinderella's fairy godmother turned a pumpkin into a carriage.
fairy godmother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (benefactor) (μεταφορικά)καλή νεράιδα επίθ + ουσ θηλ
 Gee, I wish I had a fairy godmother to help me pay off my student loans.
fairy lights nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (string of small colored lights)λαμπάκια ουσ ουδ πλ
  φωτάκια ουσ ουδ πλ
fairy tale,
fairy story
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(fantasy story)παραμύθι ουσ ουδ
 The movie is a modern adaptation of a classic fairy tale.
 Η ταινία συνιστά σύγχρονη προσαρμογή ενός κλασικού παραμυθιού.
fairy-tale n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (magical, ideal)παραμυθένιος επίθ
 She finally had the fairy-tale wedding she'd always dreamed of having.
 Επιτέλους έκανε τον παραμυθένιο γάμο που πάντα ονειρευόταν.
green fairy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, literary (absinthe) (μτφ: αψέντι)πράσινη νεράιδα φρ ως ουσ θηλ
Sugar Plum Fairy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ballet: character in The Nutcracker) (από τον «Καρυοθραύστη»)Ζαχαρένια Νεράιδα φρ ως ουσ θηλ κύρ
tooth fairy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mythical being who collects baby teeth)νεράϊδα των δοντιών ουσ θηλ
 I've never encouraged my children to believe in Santa Claus or the Tooth Fairy.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fairy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [read, learn, watch] fairy tales, fairy tale [endings, characters, baddies], fairy tales at bedtime, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fairy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'fairy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: dear | knack

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης