faith

Listen:
 [ˈfeɪθ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (belief without proof) (πεποίθηση)πίστη, εμπιστοσύνη ουσ θηλ
 Though he couldn't prove it, he had faith that the package would arrive on time.
 Αν και δεν μπορούσε να το αποδείξει, είχε πίστη (or: εμπιστοσύνη) ότι το πακέτο θα έφτανε εγκαίρως.
faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (religious belief) (θρησκεία)πίστη ουσ θηλ
 His faith in God led him to believe in Heaven.
 Η πίστη του στο Θεό τον έκανε να πιστεύει στον Παράδεισο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (trust)πίστη ουσ θηλ
  εμπιστοσύνη ουσ θηλ
 She had faith that he would do as he said.
 Είχε πίστη ότι θα έκανε αυτό που είπε.
 Του είχε εμπιστοσύνη ότι θα έκανε αυτό που είπε.
faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (loyalty)αφοσίωση ουσ θηλ
 He shows great faith towards his friends.
 Δείχνει αληθινή αφοσίωση στους φίλους του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
act of faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] that demonstrates religious conviction)πράξη πίστης ουσ θηλ
 Planting flower bulbs in the fall is an act of faith that spring will come.
act of faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (demonstration of earnestness)εκδήλωση ευσυνειδησίας ουσ θηλ
 Putting down a deposit is considered an act of faith.
article of faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (religion: statement of belief)άρθρο της πίστης ουσ ουδ
 The Nicene Creed states the articles of faith of most Christian believers.
article of faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tenet, belief)άρθρο της πίστης ουσ ουδ
blind faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unquestioning devotion to belief without evidence)τυφλή πίστη ουσ θηλ
 You should try not to take things on blind faith.
breach of faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (betrayal)αθέτηση υπόσχεσης ουσ θηλ
crisis of faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (struggle with religious belief) (λόγιος)κρίση πίστεως φρ ως ουσ θηλ
  κρίση πίστης φρ ως ουσ θηλ
faith healer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb]: heals with prayer, etc.)θεραπευτής της πίστης, θεραπεύτρια της πίστης φρ ως ουσ
  θεραπευτής, θεραπεύτρια ουσ
have faith that vtr + n (trust: future)ευελπιστώ ρ αμ
 I have faith that I will be able to pay the rent this month.
have faith vtr + n (religion: believe)έχω πίστη ρ έκφρ
  πιστεύω ρ αμ
  (δεν έχω αμφιβολίες)δε χάνω την πίστη μου έκφρ
have faith in [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (religion: believe) (θρησκεία)πιστεύω ρ αμ
 I have faith in God.
in bad faith advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (intending to deceive [sb])κακόβουλα επίρ
 You acted in bad faith when you sold me a car you knew had been stolen.
in good faith advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (on trust)καλόπιστα επίρ
 The carpenter asked for a partial payment in advance, which we paid in good faith.
in good faith advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (honestly)με καλές προθέσεις έκφρ
 I entered into the lease agreement in good faith, but after a month without a working shower I've begun withholding a portion of my rent.
inter-faith,
interfaith
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(involving different religions)διαθρησκευτικός επίθ
keep the faith v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (stay true to beliefs)μένω πιστός ρ έκφρ
  διατηρώ την πίστη μου, δε χάνω την πίστη μου περίφρ
 Cahill urged fans to keep the faith after the team slumped to its eighth loss in 12 matches.
leap of faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (act of blind trust) (μεταφορικά)άλμα πίστης ουσ ουδ
  τυφλή πίστη, τυφλή εμπιστοσύνη ουσ θηλ
 Acceptance of the plan will require a leap of faith.
put faith in [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (trust, believe in)στηρίζω τις ελπίδες μου σε κπ/κτ περίφρ
  πιστεύω σε κπ/κτ περίφρ
  (λόγιος)εναποθέτω την πίστη μου, εναποθέτω τις ελπίδες μου περίφρ
 We need to do something now; we can't put faith in their promises of a future solution. As an atheist, I put my faith in the power of the human mind.
true faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (devotion, strong belief)πίστη, αφοσίωση ουσ θηλ
 Every religious zealot believes that theirs is the one true faith. Since I discovered the one true faith my life has been at peace.
 Κάθε θρησκευόμενος ζηλωτής πιστεύει ότι η δική του είναι η μοναδική πίστη. Από τη στιγμή που ανακάλυψα τη μοναδική πίστη η ζωή μου έχει ηρεμήσει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'faith' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: [undying, unquestioning, unshakable] faith , a faith healer, [personal, religious] faith, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση faith στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'faith'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης