father

Listen:
 'father', 'Father': [ˈfɑːðə]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
father nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male parent) (γονιός αρσενικού γένους)πατέρας ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)μπαμπάς ουσ αρσ
Σχόλιο: Capitalized when used as a direct term of address and when not preceded by a possessive pronoun.
 My father is fifty years old today.
 Ο πατέρας μου είναι πενήντα χρονών σήμερα.
 Ο μπαμπάς μου είναι πενήντα χρονών σήμερα.
Father nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male parent)ο πατέρας άρθ ορ + ουσ αρσ
Σχόλιο: As a name, or in direct address.
 Father was a strict man.
 Ο πατέρας ήταν ένα αυστηρός άνθρωπος.
Father nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (priest, clergy) (εκκλησία, θρησκεία)πατήρ, πατέρας ουσ αρσ
  (προσφώνηση)πάτερ ουσ αρσ
 Forgive me, Father, for I have sinned.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο πατήρ (or: πατέρας) Ιωάννης θα έρθει σε λίγο.
father nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (founder) (μεταφορικά: ιδρυτής)πατέρας ουσ αρσ
 The fathers of the American Constitution were wary of government.
 Οι πατέρες του Αμερικανικού Συντάγματος ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στην κυβέρνηση.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
father nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (ancestor)πρόγονος ουσ αρσ/θηλ
  προπάτορας ουσ αρσ
 Our fathers came to this country many centuries ago.
 Οι πρόγονοί μας ήρθαν σε αυτή τη χώρα πριν από πολλούς αιώνες.
father,
Father
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
very dated (old man) (καθομιλουμένη, μτφ)γερο- πρόθημα
  (παλαιό)μπαρμπα- πρόθημα
 Old father James is coming to visit.
 Ο γερο-Τζέιμς έρχεται για επίσκεψη.
 Ο μπαρμπα-Τζέιμς έρχεται για επίσκεψη.
father nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (leading man)ηγέτης, ηγέτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (λόγιος)ηγέτις ουσ θηλ
  ηγετική φιγούρα φρ ως ουσ θηλ
 The city fathers decided to build a new town hall.
 Οι ηγέτες της πόλης αποφάσισαν να χτίσουν ένα νέο δημαρχείο.
father nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (precursor) (μεταφορικά)πατέρας ουσ αρσ
 Freud is the father of psychoanalysis.
 Ο Φρόυντ είναι ο πατέρας της ψυχανάλυσης.
Father nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (theology: God) (επίσημο)Πατήρ ουσ αρσ κύρ
  (ως προσφώνηση)Θεός ουσ αρσ κύρ
 Let me suffer no more, Father!
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα αποτελούν την Αγία Τριάδα.
 Μη με αφήνεις να υποφέρω άλλο, Θεέ μου!
the Father nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Trinity: God)Πατήρ ουσ αρσ κύρ
father [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (beget)κάνω ρ μ
  αποκτώ ρ μ
  (κατά λέξη)γίνομαι πατέρας παιδιού περίφρ
 He fathered seven children.
 Έκανε επτά παιδιά.
 Απέκτησε επτά παιδιά.
 Έγινε πατέρας επτά παιδιών.
father [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (author, originate) (επίσημο, μτφ)μου αποδίδεται η πατρότητα περίφρ
  (μεταφορικά)είμαι ο πατέρας περίφρ
 He fathered the new law on education.
 Του αποδίδεται η πατρότητα για τον νέο νόμο της εκπαίδευσης.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο Ηρόδοτος θεωρείται ο πατέρας της Ιστορίας.
father [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." dated (act as a father) (συμπαραστέκομαι)στέκομαι σαν πατέρας περίφρ
  φαίρομαι σαν πατέρας περίφρ
  (αναλαμβάνω την ανατροφή)αναθρέφω ρ μ
  (μεταφορικά)μεγαλώνω, φροντίζω ρ μ
 The orphanage director fathers the children in his care.
 Ο διευθυντής του ορφανοτροφείου στέκεται σαν πατέρας στα παιδιά που έχει στη φροντίδα του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Father Christmas nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (Santa Claus)Άγιος Βασίλης ουσ αρσ
 Father Christmas had filled the children's stockings with presents.
father figure (fatherly man)πατρικό πρότυπο επίθ + ουσ ουδ
father-in-law nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spouse's father)πεθερός ουσ αρσ
 My father-in-law treats me like his own daughter.
Father's Day nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (annual celebration day for fathers)η Γιορτή του Πατέρα φρ ως ουσ θηλ
 This year, Father's Day falls on Sunday 21st June. I always make sure to call my dad on Father's Day.
foster father nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (father by temporary adoption)ανάδοχος πατέρας επίθ + ουσ αρσ
Founding Father nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. usually plural (man: established US constitution)Πατέρας του Έθνους φρ ως ουσ αρσ κύρ
  (καθομιλουμένη)εθνοπατέρας ουσ αρσ
Σχόλιο: Αναφέρεται στην ιστορία των ΗΠΑ.
 Our Founding Fathers would be turning in their graves if they knew the sorry state our country is in now.
the Holy Father nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Roman Catholicism: the Pope)Πάπας ουσ αρσ κύρ
 Hundreds of people showed up in hopes of seeing the Holy Father in person.
like father,
like son
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(he behaves like his father)κατά μάνα κατά κύρη, κατά γιο και θυγατέρα έκφρ
only-begotten Son of the Father nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christianity: Jesus Christ) (χριστιανισμός)ο Υιός του Θεού ο Μονογενής έκφρ
stepfather nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (parent's husband)πατριός ουσ αρσ
  (αν γίνει υιοθεσία)θετός πατέρας επίθ + ουσ αρσ
 My stepfather has no biological children.
 Ο πατριός μου δεν έχει δικά του παιδιά.
 Ο θετός μου πατέρας δεν έχει δικά του παιδιά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'father' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: father a [child, son, daughter], my [biological, adopted] father, a father- [daughter, son] day, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση father στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'father'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: party | tap

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης